διακοπές

ουσιαστικό

1. Περίοδος προσωρινής αποχής από την εργασία, τις σχολικές υποχρεώσεις ή τις καθημερινές δραστηριότητες για ανάπαυση, αναψυχή ή ταξίδι.

2. Προσωρινή διακοπή ή παύση σε λειτουργία, ροή ή δραστηριότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα πάω διακοπές στην Κρήτη τον Αύγουστο.
  • Οι διακοπές των Χριστουγέννων διαρκούν δύο εβδομάδες.
  • Κανονίσαμε τις διακοπές μας για το τέλος του μήνα.
  • Η εταιρεία κλείνει για διακοπές την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου.
  • Χθες είχαμε ξαφνικές διακοπές ρεύματος στην περιοχή.