έκπτωση
ουσιαστικό1. Μείωση της τιμής ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, συνήθως προσωρινή, που προσφέρεται στον αγοραστή για εμπορικούς ή προωθητικούς σκοπούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μαγαζί δίνει έκπτωση 30% σε όλα τα χειμωνιάτικα είδη.
- Ως φοιτητής δικαιούμαι έκπτωση στα εισιτήρια του θεάτρου.
- Οι εκπτώσεις ξεκινούν τη Δευτέρα και τελειώνουν στα τέλη του μήνα.
- Η συνεχής χρήση προκάλεσε έκπτωση στην ποιότητα του προϊόντος.
- Το σκάνδαλο οδήγησε στην έκπτωση του δημάρχου από το αξίωμα.
- Δεν γίνεται καμία έκπτωση στην ασφάλεια των εργαζομένων.