μουσική

ουσιαστικό

1. Τέχνη και πρακτική οργάνωσης ήχων και σιωπών σε χρονική διάσταση με χρήση μελωδίας, ρυθμού και αρμονίας για την έκφραση συναισθημάτων, ιδεών ή αισθητικής εμπειρίας.

Συνώνυμα

μέλος αοιδή ωδή μελωδία άσμα τραγούδι ύμνος σύνθεση ήχος αρμονία ρυθμός συμφωνία καντάτα σονάτα κοντσέρτο χορωδία μελωδικότητα ενορχήστρωση τραγουδισμός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μουσική που άκουγα με έκανε να χαλαρώσω.
  • Έβαλε δυνατή μουσική στο αυτοκίνητο.
  • Παίζει μουσική στο πιάνο κάθε απόγευμα.
  • Η μουσική της ταινίας ενίσχυσε την ένταση της σκηνής.
  • Η μουσική του δρόμου ήταν γεμάτη ρυθμό και ζωντάνια.
  • Οι μουσικές της γιορτής ήταν παραδοσιακές.