βήμα
ουσιαστικό1. Κίνηση του ποδιού κατά το περπάτημα ή το τρέξιμο, με την οποία το σώμα προωθείται σε νέο σημείο.
2. Απόσταση που διανύεται με ένα τέτοιο βήμα.
3. Στάδιο ή μεμονωμένη ενέργεια σε μια ακολουθία ενεργειών που οδηγούν σε συγκεκριμένο σκοπό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε ένα βήμα προς την πόρτα.
- Το επόμενο βήμα στη διαδικασία είναι η έγκριση.
- Του έδωσαν βήμα στην εκπομπή για να εκφράσει τις απόψεις του.
- Αυτό το βήμα αποτελεί σημαντική πρόοδο για την εταιρεία.
- Το τραγούδι διατηρεί σταθερό βήμα σε όλο το κομμάτι.