επιμονή

ουσιαστικό

1. Σταθερή και συνεχής διατήρηση της προσπάθειας ή της επιδίωξης ενός σκοπού παρά τις δυσκολίες, τα εμπόδια ή την κόπωση.

2. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία κάτι παραμένει σε ισχύ ή παρουσία για παρατεταμένο χρόνο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιμονή του μαθητή τον βοήθησε να περάσει τις εξετάσεις.
  • Η επιμονή της πελάτισσας για επιστροφή χρημάτων έκανε δύσκολη τη συζήτηση.
  • Με επιμονή, ολοκλήρωσε το έργο παρά τις δυσκολίες.
  • Η επιμονή του πόνου μετά το ατύχημα ανησυχεί τους γιατρούς.
  • Η επιμονή στο σχέδιό του δίνει στο έργο ταυτότητα.