σπρωξιά
ουσιαστικό1. Σωματική πράξη κατά την οποία κάποιος ωθεί με δύναμη κάποιο αντικείμενο ή πρόσωπο προς τα εμπρός, συνήθως με το χέρι ή τον ώμο.
2. Μικρή πρακτική ή ηθική βοήθεια που δίνει ώθηση στην εκκίνηση ή προώθηση μιας ενέργειας, ιδέας ή προσπάθειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Του έδωσε μια σπρωξιά και σχεδόν έχασε την ισορροπία του.
- Στο λεωφορείο ένιωσα μια σπρωξιά που με έσπρωξε προς την πόρτα.
- Η υποτροφία αυτή ήταν η σπρωξιά που χρειαζόταν για να συνεχίσει τις σπουδές.
- Χρειάζομαι λίγη σπρωξιά για να αρχίσω την προπόνηση κάθε πρωί.
- Μια τελευταία σπρωξιά και θα ολοκληρώσουμε το έργο.