εγχείρημα
ουσιαστικό1. Οργανωμένη προσπάθεια ή έργο που αναλαμβάνεται για την επίτευξη συγκεκριμένου στόχου, συχνά με στοιχειώδη δυσκολία ή ρίσκο.
2. Ιατρική επέμβαση που πραγματοποιείται με χειρουργικά μέσα για τη θεραπεία ή διόρθωση βλάβης σε όργανα ή ιστούς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το εγχείρημα της ανακαίνισης του παλιού εργοστασίου χρηματοδοτήθηκε από χορηγούς.
- Μετά το εγχείρημα, ο ασθενής παρέμεινε υπό παρακολούθηση για δύο ημέρες.
- Το εγχείρημα της δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κινηματογραφικού φεστιβάλ φάνταζε ριψοκίνδυνο αλλά τελικά πέτυχε.
- Οι ερευνητές παρουσίασαν το εγχείρημα στο διεθνές συνέδριο.
- Ένα τέτοιο οικονομικό εγχείρημα απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και επαρκή χρηματοδότηση.