ανάσχεση
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να αναστέλλεται, να συγκρατείται ή να ανακόπτεται η εξέλιξη, η κίνηση ή η εξάπλωση ενός φαινομένου, μιας διαδικασίας ή μιας δράσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάσχεση της πανδημίας απαιτεί συντονισμένα μέτρα δημόσιας υγείας.
- Τα φράγματα πέτυχαν την ανάσχεση των πλημμυρικών νερών και προφύλαξαν το χωριό.
- Η ανάσχεση της αιμορραγίας έσωσε τη ζωή του τραυματία.
- Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μέτρα για την ανάσχεση του πληθωρισμού.
- Οι αμυντικές δυνάμεις κατάφεραν την ανάσχεση της προέλασης του εχθρού.