ενασχόληση

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή διαδικασία με την οποία κάποιος αφιερώνει χρόνο και προσπάθεια σε ένα έργο, θέμα, δραστηριότητα ή χόμπι.

2. Το αντικείμενο ή το πεδίο στο οποίο κάποιος απασχολείται συστηματικά, είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ενασχόληση με τη ζωγραφική του προσέφερε μεγάλη ικανοποίηση.
  • Η ενασχόληση του καθηγητή με την έρευνα και τις διαλέξεις απαιτεί χρόνο.
  • Η ενασχόληση των παιδιών με το παιχνίδι ενισχύει τη φαντασία τους.
  • Στην ενασχόληση του με τα καθημερινά προβλήματα έχασε προσωρινά την ψυχραιμία του.
  • Η ενασχόληση της ομάδας με το έργο ολοκληρώθηκε πριν από την προθεσμία.