σιγή

ουσιαστικό

1. Έλλειψη ηχητικών ερεθισμάτων σε χώρο ή περίσταση, κατάσταση όπου δεν ακούγονται ήχοι.

2. Κατάσταση ησυχίας και γαλήνης, ένδειξη απουσίας θορύβου ή αναταραχής.

3. Αποχή από λόγια ή δηλώσεις, μη εκδήλωση απάντησης ή αντίδρασης από πρόσωπα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

θόρυβος φασαρία ήχος λόγος συνέντευξη έκρηξη είδηση δήλωση χορός συναυλία επικοινωνία σήμα μπουμ συνομιλία γλώσσα χειρονομία χειροκρότημα λέξη ενημέρωση κουδούνι κουβεντούλα αγγελία ακρόαση αναγγελία ανακοίνωση απάντηση αφήγηση βοή διήγηση εκφορά κρακ κρότος μπαμ οχλαγωγία σούσουρο συνδιάλεξη φλυαρία άσμα ανακοίνωμα απόκριση βαβούρα βουή βόμβος διακοίνωση καμπάνα καμπανάκι μουρμουρητό μουρμούρισμα νότα οχλοβοή στρόβιλος σχολιασμός κουβέντα ομιλία συζήτηση φωνή κραυγή πάταγος αναστάτωση λαλιά κομμάτι καταιγίδα οργή πυρά τροχιά δραστηριότητα διαταραχή φράση συμβάν αέρας αναμπουμπούλα αναταραχή δείκτης διέγερση δρώμενο ηλεκτρισμός κλήση ταραχή τρικυμία επέλαση καταιγισμός λαίλαπα παροξυσμός τραγούδι πολυλογία δράση κίνηση διαφήμιση άνεμος αποκάλυψη ενθουσιασμός θύελλα μπουρίνι πλήθος έξαρση κοινοποίηση σάρωση συναρπασμός

Παραδείγματα χρήσης

  • Επικράτησε σιγή στην αίθουσα μόλις άρχισε η τελετή.
  • Έμεινε σε σιγή, χωρίς να απαντήσει στην ερώτηση.
  • Η σιγή του δάσους σπάστηκε από το κλάμα ενός πουλιού.
  • Ζήτησαν σιγή για να ακούσουν τις ανακοινώσεις.
  • Κρατήσαμε σιγή για να σεβαστούμε τη μνήμη των πεσόντων.