αδράνεια

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα των σωμάτων να διατηρούν την υπάρχουσα κινητική τους κατάσταση —ήρεμη ή σε ομαλή ευθύγραμμη κίνηση— και να αντιστέκονται στην αλλαγή αυτής όταν δεν ασκείται ή όταν δεν επαρκεί εξωτερική δύναμη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

δραστηριότητα δράση ενεργητικότητα κίνηση ασχολία διέγερση δρώμενο ενασχόληση ζωντάνια κίνημα καταβολή ορμή παρέμβαση πρότζεκτ στίβος επιχείρηση πορεία πράξη λειτουργία άσκηση τροχιά άθλημα αντιμετώπιση αφύπνιση γυμναστική δραστηριοποίηση εγχείρημα ζωηράδα ζωηρότητα μανούβρα ενέργεια πρωτοβουλία κινητοποίηση εγρήγορση ζωτικότητα δραστικότητα εργατικότητα απασχόληση εξόρμηση ζήλος μετακίνηση περιστροφή σπίθα σπορ τσαγανό βήμα ρόλος κίνητρο μεταφορά έργο διάβασμα εφαρμογή οδήγηση καμπάνια περπάτημα ενθουσιασμός χειρονομία επιφυλακή συμβάν συμπεριφορά έξαψη αδημονία εξάσκηση ετοιμότητα καμπανάκι κινητικότητα πλοήγηση συνάρτηση συναρπασμός επεξεργασία τόνωση φόρα αντίδραση απόκριση παρακίνηση δραστηρικότητα αγών αγώνισμα αναπαράσταση δουλειά πραγματοποίηση υλοποίηση απόφαση συναλλαγή γνωμάτευση μοχλός οίστρος προγραμματισμός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αδράνεια του σώματος οφείλεται στη μάζα του.
  • Η αδράνεια της εταιρείας κράτησε πίσω τις προσπάθειες για καινοτομία.
  • Η αδράνεια του μαθητή στοίχισε σε βαθμούς.
  • Για να αλλάξει η πολιτική, πρέπει να ξεπεράσουμε την αδράνεια του συστήματος.
  • Ο μηχανικός μέτρησε την αδράνεια περιστροφής του άξονα.