καθυστέρηση
ουσιαστικό1. Αναβολή ή μετατόπιση στο χρόνο σε σχέση με την αναμενόμενη ή προγραμματισμένη στιγμή.
2. Καθυστέρηση στην άφιξη, εμφάνιση ή έναρξη δραστηριότητας ενός προσώπου, οχήματος ή γεγονότος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπήρξε καθυστέρηση στην αναχώρηση του τρένου λόγω τεχνικού προβλήματος.
- Η πληρωμή έγινε με καθυστέρηση και επιβλήθηκαν πρόστιμα.
- Ο παιδίατρος ανησυχεί για πιθανή καθυστέρηση στην ομιλία του παιδιού.
- Η καθυστέρηση της περιόδου της την έκανε να κάνει τεστ εγκυμοσύνης.
- Η καθυστέρηση του δικτύου προκάλεσε κολλήματα στο βίντεο.