οδήγηση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια και πράξη του οδηγώ· χειρισμός και καθοδήγηση οχήματος για τη μετακίνηση από ένα σημείο σε άλλο.

2. Δεξιότητα και ικανότητα που περιλαμβάνει τον έλεγχο, την ασφάλεια και τη λήψη αποφάσεων κατά τη χρήση οχήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οδήγηση στην εθνική οδό απαιτεί προσοχή.
  • Έκανε μαθήματα οδήγησης πριν πάρει την άδεια.
  • Η οδήγηση με ομίχλη είναι επικίνδυνη.
  • Η σωστή οδήγηση της ομάδας ήταν καθοριστική για την επιτυχία.
  • Η οδήγηση των διαπραγματεύσεων από την κυβέρνηση άλλαξε την πορεία τους.