εκκίνηση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή διαδικασία με την οποία κάτι τίθεται σε ενέργεια και αρχίζει να λειτουργεί ή να εξελίσσεται.

2. Στιγμή ή γεγονός κατά το οποίο δίνεται σήμα για να ξεκινήσει μια δραστηριότητα ή πραγματοποιείται η έξοδος, όπως σε αγώνα, ταξίδι ή εκδήλωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκκίνηση του κινητήρα έγινε ομαλά.
  • Η εκκίνηση του αγώνα θα γίνει στις δέκα.
  • Η εκκίνηση του υπολογιστή καθυστέρησε λόγω ενημερώσεων.
  • Από την εκκίνηση του προγράμματος παρατηρήσαμε σφάλματα.
  • Η εκκίνηση της νέας επιχείρησης προκάλεσε ενθουσιασμό στην τοπική αγορά.