εκκίνηση
ουσιαστικό1. Πράξη ή διαδικασία με την οποία κάτι τίθεται σε ενέργεια και αρχίζει να λειτουργεί ή να εξελίσσεται.
2. Στιγμή ή γεγονός κατά το οποίο δίνεται σήμα για να ξεκινήσει μια δραστηριότητα ή πραγματοποιείται η έξοδος, όπως σε αγώνα, ταξίδι ή εκδήλωση.
Συνώνυμα
έναρξη αρχή ξεκίνημα αφετηρία άνοιγμα πρεμιέρα ντεμπούτο έναυσμα αναχώρηση ορμητήριο πυροδότηση ενεργοποίηση γένεση επανέναρξη μπάσιμο εκτόξευση ανάφλεξη άναμα κινητοποίηση σέντρα αιτία κίνηση πρωτοβουλία απογείωση απόπλους
Αντώνυμα
τέλος λήξη τερματισμός τέρμα ολοκλήρωση έκβαση ανακοπή απόληξη κατάληξη πέρας περάτωση συντέλεια τελείωμα τελεία αποπεράτωση σταμάτημα τελείωση περαίωση παύση διακοπή στάση φινάλε κλείσιμο αδρανοποίηση ακινητοποίηση απενεργοποίηση επίλογος προορισμός τελευτή στόχος στάδιο αναστολή προθεσμία συμπέρασμα κατάπαυση κατακλείδα προσγείωση σβήσιμο απολογισμός στάσιμότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκκίνηση του κινητήρα έγινε ομαλά.
- Η εκκίνηση του αγώνα θα γίνει στις δέκα.
- Η εκκίνηση του υπολογιστή καθυστέρησε λόγω ενημερώσεων.
- Από την εκκίνηση του προγράμματος παρατηρήσαμε σφάλματα.
- Η εκκίνηση της νέας επιχείρησης προκάλεσε ενθουσιασμό στην τοπική αγορά.