διάταγμα
ουσιαστικό1. Επίσημη πράξη ή εντολή που εκδίδεται από αρμόδια δημόσια αρχή ή άλλο φορέα εξουσίας και έχει νομική ή διοικητική ισχύ, με σκοπό τη θέσπιση κανόνων, την επιβολή μέτρων ή τη ρύθμιση συγκεκριμένου θέματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το διάταγμα απαγορεύει τις συναθροίσεις άνω των δέκα ατόμων.
- Το διάταγμα του δικαστηρίου επιβάλει προσωρινή απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
- Με προεδρικό διάταγμα καθορίστηκαν οι νέοι κανόνες λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών.
- Ο διοικητής εξέδωσε διάταγμα για άμεση αναδίπλωση των στρατευμάτων.
- Το διάταγμα της υπηρεσίας όρισε νέα ωράρια εργασίας για το προσωπικό.