δραστηριοποίηση

ουσιαστικό

Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο προκαλείται ή ενισχύεται η ανάληψη δράσης, η συμμετοχή ή η ενεργή εμπλοκή ατόμων, ομάδων ή φορέων σε ορισμένο πλαίσιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δραστηριοποίηση των πολιτών ήταν καθοριστική για την αλλαγή του νόμου.
  • Η δραστηριοποίηση των μαθητών στο μάθημα βελτίωσε την απόδοσή τους.
  • Η δραστηριοποίηση της ομάδας έργου επιτάχυνε την ολοκλήρωση του προγράμματος.
  • Η δραστηριοποίηση των υπηρεσιών στον διακομιστή έγινε μετά την ενημέρωση.
  • Η δραστηριοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος παρατηρήθηκε μετά τον εμβολιασμό.
  • Η δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων στον τομέα της ανακύκλωσης αυξάνεται τα τελευταία χρόνια.