διαδοχή

ουσιαστικό

1. Σειρά στοιχείων, γεγονότων ή στιγμών που τοποθετούνται το ένα μετά το άλλο σύμφωνα με κάποια τάξη ή χρονική αλληλουχία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαδοχή των γεγονότων ήταν γρήγορη και απρόβλεπτη.
  • Η διαδοχή στο θρόνο προκάλεσε πολιτικές αναταραχές.
  • Στην πορεία των μαθηματικών, η διαδοχή των όρων ορίζεται με σαφή κανόνα.
  • Η διαδοχή των διευθυντών στο τμήμα έγινε χωρίς προβλήματα.
  • Στη μουσική, η διαδοχή των συγχορδιών δημιουργεί τη μελωδική γραμμή.