κρατώ
ρήμα1. Κρατώ κάτι με το χέρι ή με άλλο μέσο, διατηρώντας το σε επαφή, σταθερότητα ή υπό έλεγχο.
2. Διατηρώ στην κατοχή μου ή υπό την ευθύνη μου κάτι, ώστε να μην το παραδίδω ή να μην απομακρυνθεί.
Συνώνυμα
κρατάω διαρκώ παρακρατώ επιφυλάσσομαι κατακρατώ συγκρατώ διατηρώ τηρώ λαμβάνω κατέχω έχω πιάνω κλείνω επιφυλάσσω διαφυλάσσω φυλάσσω συλλαμβάνω φυλακίζω διεξάγω πραγματοποιώ αποθηκεύω φέρω απασχολώ κρατιέμαι κουβαλάω φυλάω επιμένω εμμένω κουβαλώ κρατούμαι στηρίζω συγκρατούμαι θησαυρίζω αρπάζω σφίγγω αγκαλιάζω σημειώνω συντηρώ ισχύω περιέχω αποταμιεύω δεσμεύω στερώ δεσμεύομαι φρουρώ
Αντώνυμα
αφήνω ελευθερώνω απελευθερώνω περνάω επιστρέφω αλλάζω μεταφέρω μοιράζομαι ξεφορτώνομαι τινάζω γυρίζω αθετώ ανταλλάσσω αποδίδω αποθέτω διαβιβάζω διανέμω εκχωρώ καταλείπω λύω μεταβιβάζω μετακινώ μοιράζω προσκομίζω αντικαθιστώ διαμοιράζω εκποιώ εκσφενδονίζω εξωθώ επιδίδω θυσιάζω τροποποιώ δίνω παραδίδω χάνω εγκαταλείπω ρίχνω πετάω παραχωρώ λέω χτυπώ βγάζω ξεχνάω στέλνω πουλάω πουλώ παρατώ καταθέτω παραιτούμαι διώχνω ξεράω προδίδω σπαταλάω απολύω αναθεωρώ ανακοινώνω απαλλάσσω αποδεσμεύω αποποιούμαι αποσπώ αποστέλλω δημοσιοποιώ δωρίζω εκδηλώνω εναποθέτω καταναλώνω καταργώ λησμονώ μεταδίδω ξεκουμπώνω ξεκόβω ξεφορτώνω παρέχω παραπέμπω υποβάλλω υποχωρώ χορηγώ αναστρέφω ανταποδίδω απαλείφω αποδιώχνω αφιερώνω εκβάλλω εκδίδω εκδιώκω εκδιώχνω εκλύω εμπορεύομαι κατανέμω κοινοποιώ κουνώ μεταπωλώ ξεγράφω ξεστομίζω τζογάρω αποβάλλω απεμπολώ προσφέρω σπρώχνω λήγω ξοδεύω λύνω αδειάζω αναθέτω απομακρύνω αποπέμπω δημοσιεύω εκπέμπω εκπνέω ξεκολλάω παύομαι πληροφορώ πωλώ συντρίβω φτύνω χαρίζω αλλοιώνω αποχωρίζω γνωστοποιώ διαδίδω εξάγω κατασπαταλώ παρασύρω
Παραδείγματα χρήσης
- κρατώ το παιδί από το χέρι όταν διασχίζουμε το δρόμο.
- κρατώ την υπόσχεση που του έδωσα.
- κρατώ μυστικά όταν μου τα εμπιστεύονται.
- κρατώ τραπέζι για τέσσερα άτομα στις οχτώ.
- κρατώ σημειώσεις κατά τη διάρκεια του μαθήματος.