ξεστομίζω
ρήμα1. Εκφέρω προφορικά λόγια ή φράσεις, συνήθως με αυθορμητισμό ή απροσεξία.
2. Αφήνω να βγει από το στόμα μου κάτι που θα έπρεπε να κρατήσω, συχνά μια αποκαλυπτική, άστοχη ή προσβλητική παρατήρηση.
Συνώνυμα
λέω μιλώ εκστομίζω προφέρω εκφέρω αρθρώνω εκφράζω αναφέρω διατυπώνω δηλώνω μιλάω λέγω ομολογώ αποκαλύπτω ανακοινώνω ψελλίζω ψιθυρίζω εκφράζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν περίμενα να ξεστομίζει τέτοια λόγια μπροστά σε όλους.
- Την ώρα της έντασης ξεστομίζει μια αλήθεια που κανείς δεν ήθελε να ακούσει.
- Ο μικρός δυσκολεύτηκε, αλλά τελικά ξεστομίζει το όνομα του αγαπημένου του ήρωα.
- Δεν θα ξεστομίσω ξανά μια τέτοια βρισιά.
- Ψιθυριστά, χωρίς να γίνει αντιληπτός, ξεστομίζει ένα παράπονο που έκρυβε καιρό.