φυλάω
ρήμα1. Παρακολουθώ και βρίσκομαι σε επιφυλακή σε χώρο, κοντά σε πρόσωπο ή δίπλα σε αντικείμενο για να αποτρέψω εισβολή, κλοπή ή φθορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως φυλάω το σπίτι όταν λείπεις.
- Στο γραφείο φυλάω τα σημαντικά έγγραφα σε ένα ντουλάπι.
- Πάντα φυλάω λίγη σούπα στο ψυγείο για αύριο.
- Αύριο το απόγευμα φυλάω το παιδί της φίλης μου.
- Στην καρδιά μου φυλάω τις αναμνήσεις της γιαγιάς.