συντηρώ
ρήμα1. Φροντίζω ώστε ένα αντικείμενο, μηχάνημα, κτίριο ή σύστημα να λειτουργεί σωστά και να παραμένει σε καλή κατάσταση μέσω τακτικών ελέγχων, επισκευών και καθαρισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παραμελώ αμελώ εγκαταλείπω παρατάω καταστρέφω διαλύω στερώ φθείρω χαλάω αλλοιώνω διαβρώνω καταλύω τροποποιώ αδιαφορώ κακομεταχειρίζομαι αναθεωρώ γκρεμίζω εξαλείφω εξολοθρεύω καταργώ κατεδαφίζω ξεκάνω παραποιώ σπάζω συντρίβω αλλάζω σκοτώνω αναστρέφω αντικαθιστώ αχρηστεύω διαταράσσω ισοπεδώνω ξηλώνω παραμορφώνω παραβλέπω εξοντώνω εξουδετερώνω μοιράζω ξεπουλώ βλάπτω θανατώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε έξι μήνες συντηρώ το αυτοκίνητό μου για να αποφύγω βλάβες.
- Η μητέρα μου συντηρεί την οικογένεια με τη δουλειά της και τις οικονομίες της.
- Στο μουσείο συντηρούν τα παλιά χειρόγραφα ώστε να διατηρηθούν για τις επόμενες γενιές.
- Πρέπει να συντηρηθεί το παλιό κτίριο πριν χειροτερέψει η κατάσταση και γίνει επικίνδυνο.
- Οι αγρότες συντηρούσαν τα εργαλεία τους με προσοχή πριν από την περίοδο της σποράς.