αναθεωρώ
ρήμα1. Επανεξετάζω και, αν απαιτείται, αλλάζω ή προσαρμόζω προηγούμενη άποψη, εκτίμηση ή απόφαση.
2. Ελέγχω και τροποποιώ κείμενο, σχέδιο, νόμο ή κανόνα με σκοπό τη βελτίωση ή την επικαιροποίηση.
Συνώνυμα
επανεξετάζω ξανασκέφτομαι επαναξιολογώ αλλάζω τροποποιώ αναπροσαρμόζω αναδιαμορφώνω αναδιατυπώνω επικαιροποιώ ανακαλώ αναδιαρθρώνω αναιρούμαι ανασκευάζω διορθώνω μεταβάλλω επανασχεδιάζω υποχωρώ μετανιώνω ξαναβλέπω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τη νύχτα πριν τις εξετάσεις αναθεωρώ τις σημειώσεις μου.
- Μετά τη συζήτηση αναθεωρώ την άποψή μου για αυτό το ζήτημα.
- Λόγω των νέων στοιχείων αναθεωρώ το σχέδιο δράσης της ομάδας.
- Πριν στείλω το συμβόλαιο, αναθεωρώ κάθε άρθρο για τυχόν λάθη.
- Ακούγοντας τα επιχειρήματα, συχνά αναθεωρώ τις προηγούμενες αποφάσεις μου.