δεσμεύω
ρήμα1. Περιορίζω την ελευθερία κίνησης προσώπου ή αντικειμένου με δέσιμο, στερέωση ή άλλο μέσο, ώστε να μην μπορεί να κινηθεί ελεύθερα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με αυτή την υπόσχεση δεσμεύω τον εαυτό μου να τηρήσω τη συμφωνία.
- Η τράπεζα δεσμεύει τον λογαριασμό μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος.
- Για το συνέδριο δεσμεύσαμε τρεις θέσεις για τους ομιλητές.
- Το υπουργείο δεσμεύει πόρους για την αποκατάσταση των ζημιών.
- Ο λογαριασμός δεσμεύτηκε μετά την εντολή της εισαγγελίας.