εξωθώ

ρήμα

1. Εφαρμόζω φυσική ή μηχανική δύναμη σε αντικείμενο ή υλικό ώστε να εξέλθει από χώρο, περίβλημα ή θέση του.

2. Ασκώ πίεση ή επηρεάζω πρόσωπο ή ομάδα ώστε να προβεί σε ενέργεια ή να υιοθετήσει στάση που δεν θα επέλεγε ελεύθερα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι υψηλές τιμές με εξωθούν να ψάχνω πιο φθηνές λύσεις.
  • Η απελπισία τον εξώθησε σε μια βιαστική απόφαση.
  • Τα συνεχή χρέη την εξωθούν στην παραίτηση.
  • Δεν θέλω να σε εξωθήσω σε άσχημες κινήσεις.
  • Η πίεση από τους άλλους τον εξώθησε να μιλήσει.
  • Η ανάγκη για επιβίωση τους εξωθεί να δουλεύουν και τη νύχτα.