αποταμιεύω
ρήμα1. Τοποθετώ ή βάζω στην άκρη χρήματα ή άλλα οικονομικά μέσα με σκοπό τη μελλοντική χρήση ή την οικονομική ασφάλεια.
2. Περιορίζω τις δαπάνες και μειώνω την κατανάλωση ώστε να συγκεντρώσω πόρους ή να αυξήσω το διαθέσιμο κεφάλαιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξοδεύω σπαταλώ χαλάω δαπανώ σπαταράω σπαταλάω κατασπαταλώ τζογάρω καταναλώνω σκορπίζω διασκορπίζω εξανεμίζω πετάω εξαφανίζω εμπορεύομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα αποταμιεύω χρήματα για τις καλοκαιρινές διακοπές.
- Στο σπίτι αποταμιεύω ενέργεια κλείνοντας τα φώτα και τις ηλεκτρικές συσκευές.
- Για να είμαι πιο αποδοτικός, αποταμιεύω χρόνο προγραμματίζοντας τις δουλειές μου.
- Στο εργαστήριο αποταμιεύω δείγματα για μελλοντικές δοκιμές.
- Σε περιόδους αβεβαιότητας αποταμιεύω για έκτακτες ανάγκες.