ανταλλάσσω
ρήμα1. Δίνω σε κάποιον ένα αντικείμενο, χρήμα ή υπηρεσία και λαμβάνω από εκείνον άλλο πράγμα ως αντάλλαγμα.
2. Αλλάζω τη θέση, την ιδιότητα ή τη χρήση δύο ή περισσότερων αντικειμένων μεταξύ τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ανταλλάσσω βιβλία με φίλους κάθε μήνα.
- Σε συνεδριάσεις ανταλλάσσω απόψεις με τους συναδέλφους μου.
- Κάθε μέρα ανταλλάσσω μηνύματα με τους συνεργάτες μου.
- Στην τράπεζα ανταλλάσσω ευρώ σε δολάρια.
- Στη μάχη ανταλλάσσω πυρά με τον εχθρό.
- Όταν ανταλλάσσω αγάπη, νιώθω ευτυχισμένος.