ισχύω

ρήμα

1. Βρίσκομαι σε ισχύ ή εφαρμόζομαι και παράγω δεσμευτικά ή νόμιμα αποτελέσματα (για νόμους, κανόνες, διατάξεις, συμφωνίες).

2. Ασκώ δύναμη, εξουσία ή επιρροή· έχω ικανότητα επιβολής ή αποτελεσματικότητας σε πρόσωπα, καταστάσεις ή πράγματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άδεια οδήγησης ισχύει μέχρι το τέλος του έτους.
  • Ο νέος νόμος ισχύει από την 1η Ιανουαρίου.
  • Αυτός ο κανόνας ισχύει για όλα τα μέλη του συλλόγου.
  • Στα μαθηματικά, η εξίσωση αυτή ισχύει για κάθε πραγματικό x.
  • Οι περιορισμοί ισχύουν μέχρι νεωτέρας.