παρέχω
ρήμα1. Κάνω διαθέσιμα σε κάποιον υλικά αγαθά, υπηρεσίες ή πληροφορίες, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει, να τα λάβει ή να ωφεληθεί από αυτά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ παρέχω τεχνική υποστήριξη στους πελάτες καθημερινά.
- Μπορώ να παρέχω λεπτομερείς πληροφορίες για το πρόγραμμα σπουδών.
- Εργάζομαι ώστε να παρέχω ασφαλείς συνθήκες εργασίας στους συναδέλφους μου.
- Η οργάνωση με στήριξε, γι' αυτό τώρα παρέχω τρόφιμα και ρούχα σε άτομα που έχουν ανάγκη.
- Προσπαθώ να παρέχω αποδείξεις για κάθε συναλλαγή.