εκδιώκω

ρήμα

1. Απομακρύνω με βίαιο, διοικητικό ή αναγκαστικό τρόπο κάποιον από έναν χώρο, κατοικία ή ιδιοκτησία, υποχρεώνοντάς τον να φύγει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αν κάποιος μπαίνει χωρίς άδεια, εκδιώκω τον επισκέπτη από το γραφείο.
  • Στη συνεδρίαση, όταν αποκαλύφθηκαν οι απάτες, εκδιώκω τον πρόεδρο από τη θέση του.
  • Ως υπεύθυνος του συλλόγου, εκδιώκω κάθε μέλος που παραβιάζει τους κανονισμούς.
  • Με τη μουσική εκδιώκω τη λύπη και νιώθω καλύτερα.
  • Με τις επιθέσεις μου εκδιώκω τον εχθρό από τα σύνορα.