στερώ
ρήμα1. Αφαιρώ ή αποστερώ κάτι από κάποιον ή από κάτι, με αποτέλεσμα να μην έχει, να χάνει ή να στερείται την κατοχή, την πρόσβαση ή το όφελος από αυτό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας κάθε εβδομάδα στερεί τα παιδιά από τα γλυκά για λόγους υγείας.
- Η ασθένεια στέρησε τη γιαγιά από την αυτονομία της.
- Μετά το ατύχημα, ο αθλητής στερήθηκε την κινητικότητά του.
- Ο διευθυντής στέρησε την άδεια από την υπάλληλο λόγω παραβίασης των κανόνων.
- Δεν θέλω να στερώ στους άλλους την ελπίδα.