απολύω
ρήμα1. Διακόπτω την εργασιακή σχέση ενός προσώπου με έναν εργοδότη, στερώντας του τη θέση και τα συναφή εργασιακά δικαιώματα.
2. Αφήνω κάποιον ελεύθερο από φυσικό περιορισμό ή κράτηση, επιτρέποντάς του να απομακρυνθεί από τον χώρο εγκλεισμού.
Συνώνυμα
αποπέμπω εκδιώχνω διώχνω ελευθερώνω απελευθερώνω ξηλώνω απομακρύνω παύω αποδεσμεύω απελάω κατεβάζω εκδιώκω λύω αδειάζω ξεφορτώνω διαπομπεύω τερματίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής απέλυσε τον υπάλληλο εξαιτίας των λαθών του.
- Η εταιρεία απολύει εργαζόμενους για οικονομικούς λόγους.
- Το νοσοκομείο απολύει τον ασθενή όταν η κατάστασή του βελτιώνεται.
- Το μηχάνημα απολύει θερμότητα κατά τη λειτουργία.
- Ο βασιλιάς απέλυσε τους αιχμαλώτους χωρίς αντάλλαγμα.