πληροφορώ
ρήμα1. Παρέχω σε κάποιον στοιχεία, δεδομένα ή γνώση σχετικά με ένα θέμα, γεγονός ή κατάσταση, με σκοπό να αποκτήσει σχετική εικόνα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σας πληροφορώ ότι το ραντεβού ακυρώθηκε λόγω απρόβλεπτων συνθηκών.
- Με την παρούσα επιστολή σας πληροφορώ για την προγραμματισμένη διακοπή ρεύματος την Τετάρτη.
- Όταν πληροφορώ νέους συναδέλφους για τις διαδικασίες, δίνω και γραπτές οδηγίες.
- Σε πληροφορώ ότι τα αποτελέσματα της έρευνας θα δημοσιευθούν την επόμενη εβδομάδα.
- Ως δημοσιογράφος, συχνά πληροφορώ το κοινό για τα γεγονότα και τις εξελίξεις.