ξεφορτώνομαι

ρήμα

1. Βγάζω από πάνω μου ή από έναν χώρο αντικείμενα, φορτίο ή αποθέματα που δεν χρειάζομαι πια, απομακρύνοντάς τα με πετάγμα, πώληση ή μεταφορά σε άλλο μέρος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο λιμάνι σήμερα ξεφορτώνομαι ένα φορτίο μεταλλικών σωλήνων.
  • Κάθε Σάββατο ξεφορτώνομαι τα άχρηστα πράγματα από την αποθήκη.
  • Για να ηρεμήσω, ξεφορτώνομαι σταδιακά ευθύνες που δεν μου ανήκουν.
  • Για να προχωρήσει το έργο, ξεφορτώνομαι συχνά συνεργάτες που δημιουργούν προβλήματα.
  • Κάθε βράδυ προσπαθώ να ξεφορτώνομαι το άγχος με διαλογισμό.