αποχωρίζω

ρήμα

1. Απομακρύνω ή διαχωρίζω ένα μέρος από ένα σύνολο ή από ένα άλλο αντικείμενο, αποκόπτοντάς το ή χωρίζοντάς το.

2. Χωρίζω ή απομακρύνω πρόσωπο ή αντικείμενο από την παρέα, τον χώρο ή τη φροντίδα του, παύοντας την κοινή παρουσία ή σχέση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν μπορώ να αποχωρίζω εύκολα τα αντικείμενα που έχουν συναισθηματική αξία.
  • Στη γραμμή παραγωγής πρέπει να αποχωρίζω τα ανακυκλώσιμα από τα υπόλοιπα υλικά.
  • Κάθε φορά που φεύγει κάποιος φίλος, με συγκινεί η στιγμή που πρέπει να αποχωρίζω από την παρέα.
  • Ακόμη κι αν χρειαστεί, αρνούμαι να αποχωρίζω το δαχτυλίδι που μου χάρισε η γιαγιά μου.
  • Μετακόμισε και διαπίστωσε πως είναι δύσκολο να αποχωρίζω κάποια παλιά πράγματα που φυλούσε χρόνια.