διαδίδω

ρήμα

1. Κάνω κάτι γνωστό σε περισσότερα άτομα ή στην κοινή γνώμη, ώστε να κυκλοφορήσει ευρύτερα.

2. Προκαλώ ή διευκολύνω τη μεταφορά και εξάπλωση υλικών ή άυλων φαινομένων από ένα σημείο σε άλλο (π.χ. νόσημα, ηχητικό ή ηλεκτρομαγνητικό κύμα, φωτιά).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μην διαδίδεις φήμες χωρίς έλεγχο.
  • Η είδηση διαδίδεται αμέσως μέσω του διαδικτύου.
  • Οι δάσκαλοι διαδίδουν σωστές πρακτικές στην τάξη.
  • Η πυρκαγιά διαδίδεται γρήγορα λόγω του δυνατού ανέμου.
  • Τα ψευδή νέα διαδόθηκαν ευρέως προτού οι αρχές αντιδράσουν.