συγκρατούμαι
ρήμα1. Ελέγχω ή περιορίζω τις εκφράσεις, τα συναισθήματα ή τις παρορμήσεις μου, ώστε να μην εκδηλωθούν.
2. Αποφεύγω να εκφράσω ή να πραγματοποιήσω κάτι που στιγμιαία επιθυμώ, κρατώντας τον εαυτό μου υπό έλεγχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξεσπάω αφήνομαι ξεσαλώνω πανικοβάλλομαι εκρήγνυμαι βουρκώνω ξεκαρδίζομαι ξεφαντώνω παρασέρνομαι παρασύρομαι χαλαρώνω ξεφεύγω εκδηλώνομαι διατυπώνω ορμάω προβαίνω σχολιάζω τρελαίνομαι φρικάρω παραδίνομαι εκφράζομαι ξεστομίζω παραληρώ απελευθερώνομαι εξομολογούμαι μεταβάλλομαι περιφέρομαι τολμώ ξεράω κυκλοφορώ αναστατώνομαι αποδεσμεύομαι εκνευρίζομαι εκστασιάζομαι ξεμπλοκάρομαι τρομάζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να συγκρατούμαι όταν ακούω άσχημα νέα.
- Δυσκολεύομαι να συγκρατούμαι και συχνά ξεσπάω σε κλάματα.
- Προσπαθώ να συγκρατούμαι στο φαγητό για να χάσω βάρος.
- Στη συζήτηση με τον προϊστάμενο συγκρατούμαι και μιλώ με ήρεμο τόνο.
- Πώς να συγκρατούμαι μπροστά σε τόσο μεγάλη συγκίνηση;