συντρίβω
ρήμα1. Εφαρμόζω μεγάλη δύναμη ή πίεση πάνω σε κάτι, ώστε να σπάσει, να διαλυθεί ή να μετατραπεί σε μικρά κομμάτια.
2. Προκαλώ σε κάποιον έντονη ψυχική ταπείνωση, απογοήτευση ή κατάρρευση του ηθικού.
Συνώνυμα
θρυμματίζω συνθλίβω κατατροπώνω ισοπεδώνω πλακώνω σπάω λιώνω τσακίζω διαλύω καταστρέφω καταπλακώνω σαρώνω εξουδετερώνω γκρεμίζω συμπιέζω τσαλακώνω εκμηδενίζω θριαμβεύω κατεδαφίζω ξεκάνω σπάζω χτυπώ νικώ κατεβάζω νικάω αποδομώ καταστέλλω κομματιάζω ξεσκίζω υπερνικώ πατάω σφυροκοπώ τσαλαπατάω εξαϋλώνω αλέθω διασπώ εξολοθρεύω θάβω μηδενίζω επιτίθεμαι εξουθενώνω καταρρίπτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως συντρίβω τα καρύδια με το γουδί.
- Τα κύματα συντρίβονται στα βράχια κάθε πρωί.
- Η ομάδα μας συντρίβει τους αντιπάλους με 5-0.
- Η είδηση του θανάτου τον συντρίβει συναισθηματικά.
- Το αεροπλάνο συντρίβεται κοντά στην ακτή.