λαμβάνω
ρήμα1. Κάνω ενέργεια ώστε ένα αντικείμενο ή ποσότητα να περιέλθει στην κατοχή, στη φροντίδα ή στη χρήση μου.
2. Αποκτώ γνώση, ενημέρωση ή μήνυμα μέσω προφορικής, γραπτής επικοινωνίας ή μέσων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί λαμβάνω τα γράμματα από το γραμματοκιβώτιο.
- Πριν αποφασίσω, λαμβάνω υπόψη όλες τις προτάσεις.
- Στις συναντήσεις της ομάδας, πάντα λαμβάνω μέρος.
- Σε επείγουσες περιπτώσεις λαμβάνω άμεσα τα κατάλληλα μέτρα για την ασφάλεια.
- Ο γιατρός με συμβούλεψε να λαμβάνω το φάρμακο μετά το φαγητό.