στηρίζω
ρήμα1. Κρατώ ή συγκρατώ ένα αντικείμενο, κατασκευή ή μέρος αυτής ώστε να μην πέσει, να διατηρήσει τη θέση ή τη σταθερότητά του.
Συνώνυμα
υποστηρίζω βοηθώ ενισχύω χρηματοδοτώ επιχορηγώ ενθαρρύνω κρατώ καλύπτω προστατεύω προωθώ ευνοώ υιοθετώ συμπαραστέκομαι συνεπικουρώ υποβοηθώ βασίζω θωρακίζω επιδοτώ επικροτώ προκρίνω συνδράμω τεκμηριώνω υπερασπίζομαι υπερασπίζω χορηγώ ψηφίζω βοηθάω ακουμπάω ακουμπώ ενδυναμώνω περιθάλπω προσυπογράφω συνηγορώ συνυπογράφω εδραιώνω δικαιώνω εγγυώμαι παρηγορώ εγκρίνω επιδοκιμάζω χτίζω
Αντώνυμα
αντιτίθεμαι αντιτάσσομαι υπονομεύω σαμποτάρω εγκαταλείπω εκμηδενίζω εναντιώνομαι θίγω σνομπάρω χλευάζω παρατώ αντιστρατεύομαι εκμεταλλεύομαι κακολογώ κακομεταχειρίζομαι καταρρίπτω παραγκωνίζω αποδομώ αμφισβητώ απορρίπτω αφαιρώ αναιρώ καταστρέφω προδίδω αποκλείω περικόπτω σταματώ αποδοκιμάζω αποκηρύσσω διαμαρτύρομαι εκφοβίζω επικρίνω εχθρεύομαι κατακρίνω κοροϊδεύω ταπεινώνω φιμώνω αναιρούμαι ξεσκίζω παρωδίζω στιγματίζω αδειάζω εξοντώνω κατηγορώ αποδιοργανώνω ξεφτιλίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Στηρίζω το ράφι με δύο βίδες στον τοίχο.
- Στηρίζω τον φίλο μου στις δύσκολες στιγμές.
- Στηρίζω την οικογένειά μου οικονομικά κάθε μήνα.
- Στηρίζω το κόμμα που προωθεί τις αξίες μου.
- Στηρίζω τη θέση μου σε δεδομένα και επιχειρήματα.
- Στηρίζω τις προσπάθειες της ομάδας και συμμετέχω ενεργά.