απαλλάσσω
ρήμα1. Κάνω ώστε κάποιος να μην έχει πλέον υποχρέωση, χρέος, πρόστιμο ή άλλη οικονομική ή διοικητική επιβάρυνση.
2. Κάνω ώστε κάποιος να μην επιβαρύνεται με κατηγορία ή ευθύνη, με αποτέλεσμα να μην του επιρρίπτεται νομική ή ηθική ευθύνη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ απαλλάσσω τους πελάτες από περιττές χρεώσεις όταν μπορώ.
- Ο νόμος απαλλάσσει τις ευπαθείς ομάδες από ορισμένους φόρους.
- Το δικαστήριο απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων.
- Η νέα θεραπεία απαλλάσσει τους ασθενείς από χρόνιο πόνο.
- Ζήτησαν να απαλλάξουν τη μητέρα από τις καθημερινές οικιακές υποχρεώσεις.