τηρώ
ρήμα1. Εφαρμόζω και διατηρώ συμμόρφωση προς κανόνες, νόμους, όρους ή οδηγίες, ενεργώντας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα.
2. Κρατώ υπόσχεση, ραντεβού ή σιωπή, φροντίζοντας να εκπληρωθεί ή να διατηρηθεί ό,τι έχει συμφωνηθεί ή απαιτείται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πάντα τηρώ τους κανόνες της εταιρείας.
- Στα ραντεβού πάντα τηρώ την ακριβή ώρα.
- Πάντα τηρώ την υπόσχεσή μου.
- Κατά την πανδημία τηρώ τις προβλεπόμενες αποστάσεις.
- Καθημερινά τηρώ ημερολόγιο για τις δουλειές μου.
- Σε επίσημες εκδηλώσεις τηρώ σιωπή όταν μιλάει ο ομιλητής.