λύνω
ρήμα1. Βγάζω ή χαλαρώνω δεσμούς, κόμπους ή συνδέσεις σε αντικείμενα, ώστε να χωριστούν ή να απελευθερωθούν.
2. Βρίσκω ή εφαρμόζω λύση σε πρόβλημα, ερώτημα ή μαθηματική εξίσωση, οδηγώντας σε οριστική απάντηση.
Συνώνυμα
αποδένω ξεδένω επιλύω απαντώ λύω αποσφίγγω ξεσφίγγω χαλαρώνω διευθετώ τακτοποιώ ξεμπερδεύω ξεμπλοκάρω αποκωδικοποιώ αποκρυπτογραφώ διαλευκαίνω ξεκλειδώνω ξεμπλέκω κανονίζω χαλάω αποδεσμεύω ξεκουμπώνω αναλύω διευκρινίζω εξηγώ αντιμετωπίζω σπάζω καθαρίζω ξελασπώνω διασαφηνίζω απαλλάσσω ανοίγω ξεκαθαρίζω απεμπλέκω ξεβιδώνω ξεδιαλύνω ξεδιπλώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ λύνω το πρόβλημα.
- Στο μάθημα, λύνω εξισώσεις κάθε εβδομάδα.
- Κάθε πρωί λύνω τα κορδόνια μου πριν τρέξω.
- Του λύνω τον κόμπο για να μην τραυματιστεί.
- Θέλω να λύνω τις απορίες των μαθητών.
- Προσπαθώ να λύνω τις διαφωνίες στην ομάδα.