εγκαταλείπω
ρήμα1. Διακόπτω τη σχέση μου με πρόσωπο, τόπο ή αντικείμενο αφήνοντάς το πίσω και αποσύροντας την υποστήριξη, φροντίδα ή παρουσία μου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μένω παραμένω συνεχίζω επιμένω υπομένω κάνω προσπαθώ ζητώ κρατάω φροντίζω κυνηγάω μεγαλώνω μαζεύω στέκομαι προστατεύω ολοκληρώνω παλεύω αγωνίζομαι διαμένω διασώζω διαφυλάσσω διαχειρίζομαι διεκδικώ εγκαθίσταμαι εμμένω επιβλέπω επιτηρώ επιχειρώ καταλαμβάνω περιποιούμαι συμπαραστέκομαι συνδράμω συντηρώ φυλάσσω αφοσιώνομαι επανακάμπτω καταδιώκω ξελασπώνω περιθάλπω συντρέχω φρουρώ αντέχω κρατώ διατηρώ στηρίζω υπερασπίζω βοηθώ βοηθάω γυρνώ ψάχνω χρησιμοποιώ αναλαμβάνω παρακολουθώ ετοιμάζομαι σκοπεύω αντιμετωπίζω ετοιμάζω προχωρώ σχεδιάζω κυνηγώ ασχολούμαι χειρίζομαι εξακολουθώ οδηγάω κουβαλάω γυρίζω αγκαλιάζω αναζητώ ανακτώ επανέρχομαι επιλαμβάνομαι επιμελούμαι επισκευάζω επιτελώ θεραπεύω καθορίζω κατακτώ κουβαλώ μελετώ παρηγορώ πασχίζω προετοιμάζω υπερασπίζομαι ανακαινίζω αναμένω αναστηλώνω εισβάλλω εξερευνώ επεξεργάζομαι εποπτεύω καταλύω καταπιάνομαι υλοποιώ διώκω συνοδεύω μπαίνω νοιάζομαι ξαναβλέπω προσλαμβάνω τσεκάρω παραγγέλνω εγγυώμαι επιβάλλω ερευνώ καθοδηγώ κατευθύνω σκαρώνω διοργανώνω εκπαιδεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα εγκαταλείπω το παλιό μου διαμέρισμα.
- Μετά από δέκα χρόνια στον ίδιο χώρο, εγκαταλείπω τη δουλειά μου.
- Όταν τα εμπόδια γίνονται υπερβολικά, εγκαταλείπω κάθε ελπίδα.
- Λόγω των νέων δεδομένων, εγκαταλείπω τα αρχικά μας σχέδια.
- Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, εγκαταλείπω το κτίριο ακολουθώντας τις οδηγίες.
- Σε δύσκολες στιγμές, συχνά εγκαταλείπω την προσπάθεια πιο γρήγορα απ' ό,τι πρέπει.