παραχωρώ
ρήμα1. Δίνω σε άλλον την κυριότητα, τη χρήση ή το δικαίωμα επί ενός πράγματος, χώρου ή πόρου, είτε προσωρινά είτε οριστικά, συνήθως με συμφωνία ή νομική πράξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κρατώ παίρνω αρνούμαι αιτούμαι διεκδικώ επαιτώ στερώ απαιτώ αξιώνω διατηρώ κατακρατώ αφαιρώ ανακαλώ κατέχω αποκρούω εκβιάζω εκζητώ εμμένω επιβάλλω κατακτώ προμηθεύομαι κλέβω αγοράζω ζητάω κοστίζω αναγκάζω αρπάζω χειρίζομαι διευθύνω φυλάω επιμένω εξαναγκάζω κουμαντάρω κωλύω οικειοποιούμαι υπαγορεύω κυριεύω σφετερίζομαι διαλέγω πουλώ ξαναλέω ανταγωνίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Σου παραχωρώ άδεια να φύγεις νωρίτερα σήμερα.
- Σήμερα παραχωρώ το οικόπεδο στο δήμο για τη δημιουργία ενός πάρκου.
- Λόγω της κούρασης παραχωρώ τη θέση μου στον συνάδελφο.
- Στη συνάντηση παραχωρώ πέντε λεπτά στον καθένα για να μιλήσει.
- Στη διασταύρωση παραχωρώ προτεραιότητα στους πεζούς.