εκδηλώνω

ρήμα

1. Κάνω φανερή ή ορατή την εσωτερική μου κατάσταση, όπως συναίσθημα, στάση ή άποψη, με λόγια, χειρονομίες ή συμπεριφορά.

2. Παρουσιάζω εξωτερικά σημάδια ή συμπτώματα που υποδηλώνουν μια ασθένεια, διαταραχή ή άλλη κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συνήθως εκδηλώνω τα συναισθήματά μου με λόγια και χειρονομίες.
  • Με κάθε κρύωμα εκδηλώνω έντονο βήχα και κόπωση.
  • Στη συγκέντρωση εκδηλώνω τη συμπαράστασή μου στους διαδηλωτές.
  • Στις συζητήσεις για τέχνη εκδηλώνω τις απόψεις και τις προτιμήσεις μου.
  • Μέσα από τη μουσική εκδηλώνω τη δημιουργικότητά μου.
  • Σε αγχώδεις καταστάσεις εκδηλώνω νευρικότητα και ανησυχία.