δεσμεύομαι

ρήμα

1. Αναλαμβάνω υποχρέωση ή υπόσχεση απέναντι σε πρόσωπα, οργανισμούς ή σε συγκεκριμένα πλαίσια, δηλώνοντας ότι θα πράξω ή θα αποφύγω κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σε προσωπικό επίπεδο, δεσμεύομαι ότι θα είμαι συνεπής στις υποχρεώσεις μου.
  • Ως διευθυντής, δεσμεύομαι να προστατεύσω την ιδιωτικότητα των πελατών.
  • Στο συμβόλαιο αναφέρεται ότι δεσμεύομαι να τηρώ τους όρους εμπιστευτικότητας.
  • Με την υπογραφή της αίτησης, δεσμεύομαι νομικά να καταβάλλω το τέλος.
  • Οργανώνοντας το πρόγραμμα, δεσμεύομαι να κρατήσω ελεύθερη την ημέρα της παρουσίασης.