μοιράζομαι
ρήμα1. Δίνω μέρος ενός αντικειμένου, αγαθού ή ποσότητας σε δύο ή περισσότερα άτομα ή ομάδες, ώστε κάθε μέρος να προκύπτει από τον αρχικό πόρο.
Συνώνυμα
διαμοιράζομαι μοιράζω διαμοιράζω διανέμω κοινοποιώ δημοσιοποιώ δημοσιεύω μεταδίδω συμμερίζομαι μερίζω εκμυστηρεύομαι ανταλλάσσω χαρίζω δίνω παραχωρώ προσφέρω παραδίδω ανακοινώνω μεταφέρω χωρίζω ανεβάζω εκφράζομαι
Αντώνυμα
κρατώ κρύβω αποκρύπτω μονοπωλώ ιδιοποιούμαι παρακρατώ συγκρατώ φυλάσσω σφετερίζομαι συγκεντρώνω συσσωρεύω προστατεύω αποσιωπώ
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα μοιράζομαι το ψωμί και το τυρί με τους φίλους μου.
- Κάθε φορά που νιώθω θυμό, μοιράζομαι τα συναισθήματά μου μαζί σου.
- Στο email μοιράζομαι τα αποτελέσματα της έρευνας με την ομάδα.
- Στην ομάδα μοιράζομαι την ευθύνη για το πρότζεκτ ώστε να μην επιβαρύνεται κανείς μόνος του.
- Στα κοινωνικά δίκτυα μοιράζομαι φωτογραφίες και εντυπώσεις από το ταξίδι.