απεμπολώ
ρήμα1. Αποδέχομαι ή προκαλώ την εγκατάλειψη, παραίτηση ή παραχώρηση δικαιώματος, αξίωσης, προνομίου, εξουσίας ή περιουσίας, συνήθως οικειοθελώς.
2. Παραιτούμαι ή αποφεύγω την άσκηση ή αξιοποίηση μιας ευκαιρίας, δυνατότητας ή πλεονεκτήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα απεμπολώ κάθε αξίωση επί της κληρονομιάς.
- Στην τελευταία διαπραγμάτευση απεμπολώ το δικαίωμα υπεραξίας για χάρη της συμφωνίας.
- Ως πολιτικός, δεν απεμπολώ τις βασικές μου αρχές.
- Με την υπογραφή του εγγράφου απεμπολώ κάθε δικαίωμα επισκέψεων.
- Για να κλείσει η συμφωνία, απεμπολώ μερικούς όρους που θεωρούσα απαραίτητους.