παρατώ

ρήμα

1. Διακόπτω οριστικά ή προσωρινά την παρουσία ή συμμετοχή μου σε σχέση, ομάδα, εργασία ή τόπο, αφήνοντας πίσω πρόσωπα ή αντικείμενα.

2. Παύω να ασχολούμαι ή να επενδύω προσπάθεια σε δραστηριότητα ή έργο, αφήνοντάς το ανολοκλήρωτο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα παρατώ τη δουλειά μου.
  • Δεν μπορώ άλλο· παρατώ το κάπνισμα για την υγεία μου.
  • Όταν κουράζομαι, συχνά παρατώ τον αγώνα πριν ολοκληρωθεί.
  • Κατά την πεζοπορία παρατώ το μονοπάτι και παίρνω άλλο δρόμο.
  • Σε δύσκολες στιγμές δεν παρατώ την οικογένειά μου.