κρατούμαι

ρήμα

1. Να βρίσκεται κάποιος υπό κράτηση ή υπό την επίβλεψη άλλου, με περιορισμό της ελευθερίας κινήσεων.

2. Να στηρίζεται ή να κρατιέται το σώμα από κάποιο αντικείμενο ή από άλλον, ώστε να αποφεύγεται πτώση ή να διατηρείται ισορροπία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • κρατούμαι από τη χειρολαβή του λεωφορείου όταν στρίβει.
  • Μετά τη σύλληψη, κρατούμαι προσωρινά στο κρατητήριο για ανάκριση.
  • Με καθημερινή άσκηση κρατούμαι σε καλή φυσική κατάσταση.
  • Δεν κρατούμαι, θα ξεσπάσω αν δεν πω την αλήθεια.
  • Παρά την πίεση, κρατούμαι ήρεμος και συγκεντρωμένος.